Παρασκευή, 6 Αυγούστου 2010

Η ετυμολογία του ελληνικού αλφαβήτου








 Άλφα (Α)
Από τα άρ-ω, αραρίσκω, αρ-χίζω (τον λόγο) + φα- (ρίζα του φημί). Το πρώτο φώνημα κάθε ανθρώπου ανά την υφήλιο όταν εξέρχεται από την μήτρα της μητέρας του, το οποίο προφέρεται χωρίς καμιά προσπάθεια. άρ-φα > άλφα (ρ > λ).


Βήτα (Β)
Από το βαίνω, μέλλον βήσ-ομαι (σ > τ). Επίσης μέλλοντες του βαίνω είναι και οι βέομαι και βείομαι που σημαίνουν θα ζήσω, εκ των οποίων και ο βίος. Πρόκειται για το γράμμα που δηλώνει την ζωή, το πορεύεσθαι.


Γάμμα (Γ)
Από το γαμ-έω (γάμ-μα). Αλλά κι από το γένος, γέν-μα > γένμα > γέμμα (νμ > μμ), διότι ο τύπος γέμμα είναι αρχαίος. Είναι το γράμμα που δηλώνει τα του γαμείν και γεννάν.


Δέλτα (Δ)
Από το δένδρον > δένδον > δέλτα (ν > λ, δ > τ). Είναι το σχήμα των κωνοφόρων αλλά και πολλών άλλων δέντρων.


Έψιλον (Ε)
Ε + ψιλόν σε διάκριση από το ήτα που δηλώνει το μακρό ε. Το ε είναι μια από τις είκοσι ρίζες της ελληνικής γλώσσας και ρίζα του ειμί.


Ζήτα (Ζ)
Ζήτ-ω, προστακτική του ζάω, ζω. Το γράμμα που δηλώνει τα της ζωής.Σώζω από θάνατο, διατηρώ ζώντα, διαφυλάττω, διατηρώ κάτι ασφαλές, τηρώ, ενθυμούμαι (οι βοσκοί έπρεπε να θυμούνται όλα τα ζώα τους πολύ καλά, ώστε το βράδυ όταν τα μάντρωναν να παρατηρήσουν εάν έλλειπε κάποιο, δίχως να τα μετρήσουν).


Ήτα (Η)
Παρελήφθη από το Ιωνικό αλφάβητο, προς παράσταση του μακρού ε, στο Αττικό, επί άρχοντος Ευκλίδου (φιλέετω – φιλήτω, αιρέεσθαι – αιρήσθαι, αλλά και φιλείτω, αιρείσθαι). Δεν αποτελεί ρίζα και προέρχεται από μεταβολές σε αυτό των εε, α, εα, αι, ει, αε.


Θήτα (Θ)
Από το τί-θη-μι, θέτω, θήσω (σ > τ), πρόκειται για γράμμα διανοητικής και θυμικής φύσεως (θάκος, τίθημι = διευθετώ, κυβερνώ, νομοθετώ). Η εκ του τ καταγωγή του είναι εμφανής, βλ. τύπτω, θένω, θείνω = πλήττω, θάνατος (ταν-), θυεία, θίγω.


Ιώτα, Γιώτα (Ι)
Από το είμι, υποτακτική ιώ, το γράμμα που δηλώνει κίνηση, πορεία.


Κάππα (Κ)
Από τα κακκάζω, κακκαρίζω [από την φωνή των πτηνών (κότας, πέρδικας, κούκκου κ.ά.), δηλαδή κακακα… > κακκα- (βλ. μάμμα, πάππας). Το γράμμα κάππα ήταν κάκκα και έγινε κάππα χάριν ευφωνίας (κ > π, βλ. ίππος, όκκον), όπως και το κόππα (α > ο).


Λάβδα, λάμβδα, λάμδα (Λ)
Λάβδα, λάμβδα (β > μβ), λάμδα [λά-λη (= λαλιά)+ βάδην > βδα , διότι πορεύει, εκφέρει, οδηγεί τον λόγο. Αλλά και εκ του πατέω, πάτος (= οδός), δηλαδή λά-πατος > λάπτα > λάβδα ( πτ > βδ, όπως επτά – έβδομος).


Μυ, μω (Μ)
Μυ, μω [βλ. μά-μμα (α > υ), μύ-ω (υ > ω), μώ-μος, μυ λαλείν = εκπέμπει φωνή μόλις ακουστή, επίσης ως μίμηση του ήχου ανθρώπου που κλαίει με λυγμούς (μυμύ)].
μάμμα [μα, η πρώτη συλλαβή του νηπίου μετά την εκφορά του α. Μαμαμα… = μαμμά (γι’ αυτό τα δύο μ). Επειδή δε βρίσκεται συνεχώς με την μητέρα του, η οποία και το ταΐζει, φυσικώς συνδέεται το μα με την μα-μά, τον μα-ζόν, το μαμ ( = τροφή, θέλω να φάω), μαι-μά-ω, μα-ίνεται δε όταν πεινάει.


νυ, νω (Ν)
Νυ, νω, Από το νο-ός (ο > υ), νοός > νους (ου > ω), διότι δηλώνει παρουσία νοός (ναίω, νέω, νέμω, νεύω, νόμος, νοέω).


Ξι, ξει, ξυ (Ξ)
Ξι, ξει, ξυ [από τα κ, γ, χ + σ, από σκ (σκιφίας – ξιφίας)].


Όμικρον (Ο)
Ο + μικρόν. Προς διάκριση από το ω-μέγα. Παλαιότερα εκαλείτο ου (βολά – βουλή). Δεν αποτελεί ρίζα και προέρχεται κυρίως από μεταβολές σε αυτό των α και ε.


Πει, πι (Π)
πάππας (παπαπα…), π-α + ι- (ρίζα των ί-ημι και είμι = έρχομαι), επί της ροής του παπαπα… του νηπίου.


Ρω (Ρ)
βρυχάομαι, ρίζα ρα-, το γράμμα που δηλώνει την ρήξη και την ροή, ρέω > ρω.


Σίγμα (Σ)
Από το σιγμός, σιγή. Σιγή [ονοματοποιία. Ακόμα και τώρα η εκφορά του σσ…, σσιι… (το ι άφωνο), απευθύνεται προς συνάνθρωπο μας είτε για να σιωπήσει είτε για να γυρίσει να μας δει, αλλά και για να ακινητοποιηθεί (επί κυνηγών, βλ. σίγυνος). Διότι το σσιι… και διαπεραστικότητα διαθέτει αλλά και ελάχιστη ένταση ήχου απαιτεί, ώστε να μη αντιληφθούν εύκολα τον ήχο οι παρακείμενοι.


Ταυ (Τ)
Βλ. τύπτω, ρίζα ταF- (F > υ). Τύπτω [βλ. δάω. Εκ του ήχου του τύπτειν, βλ. α-τά-ομαι, ου-τά-ω, τα-ύρος, τά-μνω, πα-τά-σσω. Λέγεται: «τον έκανε τόπ-ι στο ξύλο»,


ύψιλον (Υ)
Από το ύω.Ακόμα και τώρα, μόλις κάποιος διψασμένος πιει νερό, μετά από μεγάλη δίψα, αμέσως εκφωνεί ένα μακρύ ααά, βλ. άρδω. Ο πρωτόγονος άνθρωπος ήταν συχνά διψασμένος διότι δεν είχε ακόμα ανακαλύψει σκεύη προς αποθήκευση ή μεταφορά νερού. Η βροχή ήταν για την δίψα του θείο δώρο.


Φι, φει (Φ)
φάος, το γράμμα που δηλώνει το φύσημα, το φως και τη φωνή.
[φάFος, ο πρωτόγονος άνθρωπος για να ανάψει φωτιά, αλλά και για να την διατηρήσει, έπρεπε να φυσά προς την εστία του πυρός τακτικά. Φουφού λέγεται ακόμα και τώρα η εστία του πυρός και το μαγκάλι. Μόλις δε ανάψει η φωτιά, φωτίζει (φά-ει) και φα-νερώνει τα γύρω της αντικείμενα. Γύρω από το φώ-ς της φω-τιάς αρχίζουν να ακούγονται οι φω-νές των ανθρώπων, για την περιγραφή των συμβάντων της προηγηθείσης ημέρας, φά-σκω = βεβαιώ, ισχυρίζομαι, προσποιούμαι (διότι η γλώσσα τους ήταν φτωχή και έπρεπε και δια προσποιήσεων να παραστήσουν κάποια συμβάντα).


Χι, χει (Χ)
χαίρω, χέω.Από τον ήχο του γέλιου χαχα..νίζω, χα-μογελώ. Η ακουστική διαπλοκή των ουρανισκόφωνων (κ, γ, χ) στο γέλιο των είναι χαρακτηριστική. Ακούγεται ως κακα… ιδίως από ώριμους άνδρες (κα-χάζω = γελώ ηχηρής, επ’ ανδρών).


Ψι (Ψ)
Προέρχεται εκ των πσ, φσ, φθ, βσ, υσ, χθ, σπ.


Ωμέγα (Ω)
Ω-μέγα. Εισήχθη επισήμως στην Αθήνα επί άρχοντος Ευκλείδου και δηλώνει το διπλό ή μακρό όμικρον.


Η διαμόρφωση του αλφαβήτου, δεν έγινε συγκυριακά καθώς η ελληνική είναι μία νοηματική γλώσσα.
Το σημαίνον και το σημαινόμενον έχουν πρωτογενή σχέση μεταξύ τους σε αντιδιαστολή με άλλες σημειολογικές γλώσσες.
Η ελληνική δε, επιτρέπει τη δημιουργικότητα και την εισαγωγή νέων ιδεών.
Δεν είναι επίσης καθόλου τυχαίο ότι  έχει καθιερωθεί από τη διεθνή επιστημονική κοινότητα.
Μόνο θαυμασμό μπορεί να προκαλεί η δημιουργία της από τους αρχαίους προγόνους μας, κάνοντας μας να καταλήξουμε στο συμπέρασμα , προηγμένη γλώσσα σημαίνει προηγμένη σκέψη.





2 σχόλια:

  1. Το Γάμα είναι δύο ελληνικές λέξεις ΓΑ και ΜΑ Γέα Μάτερ, τρίτο γράμμα, τρίτος πλανήτης από τον Άλ ή Έλ (Ήλ) Ήλιο του φωτός (Άλ-φα)

    ΑπάντησηΔιαγραφή